χρίμπτω

χρίμπτω
χρίμπτω pass.,
1 be brought to ὄφρα τὸν Εὐρυάλας ἐκ καρπαλιμᾶν γενύων χριμφθέντα σὺν ἔντεσι μιμήσαιτ' ἐρικλάγκταν γόον forced from P. 12.21

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • χρίμπτω — bring near pres subj act 1st sg χρίμπτω bring near pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρίμπτω — και πιθ. γρφ. χρίπτω Α 1. φέρνω κάτι κοντά σε κάτι άλλο 2. (αμτβ.) πλησιάζω 3. μέσ. χρίμπτομαι α) (με δοτ. και γεν.) έρχομαι κοντά, προσεγγίζω («νεκροθήκης οὐ χριμπτόμενος», Ευρ.) β) περνώ ξυστά, αγγίζω ελαφρά. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Συνδέσεις …   Dictionary of Greek

  • χρίμπτῃ — χρίμπτω bring near pres subj mp 2nd sg χρίμπτω bring near pres ind mp 2nd sg χρίμπτω bring near pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρίμψαι — χρίμπτω bring near aor imperat mid 2nd sg χρίμπτω bring near aor inf act χρίμψαῑ , χρίμπτω bring near aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρίμψουσιν — χρίμπτω bring near aor subj act 3rd pl (epic) χρίμπτω bring near fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) χρίμπτω bring near fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χριμφθέντα — χρίμπτω bring near aor part pass neut nom/voc/acc pl χρίμπτω bring near aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρίμπτει — χρίμπτω bring near pres ind mp 2nd sg χρίμπτω bring near pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρίμπτουσι — χρίμπτω bring near pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) χρίμπτω bring near pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔχριμπτον — χρίμπτω bring near imperf ind act 3rd pl χρίμπτω bring near imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χριμπτόμενος — χρίμπτω bring near pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χριμφθείς — χρίμπτω bring near aor part pass masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”